Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

Το λυχνάρι


Η σπίθα άναψε στο λυχνάρι της καρδιάς
και η ψυχή φωτίστηκε και έδιωξε μακριά την σκοτεινιά
Το αίμα ζεστάθηκε και άρχισε να κυλά ξανά στα σοκάκια της ζωής

και χτύποι γρήγοροι, ρυθμικοί ακούστηκαν 
στ' αφτί σου σχεδόν άγνωστοι 
Τα μουδιασμένα δάχτυλα έγνεψαν κάνοντας 
γνωστή στον κόσμο την ύπαρξη τους και τα μάτια τρεμόπαιξαν
γιατί θαμπώθηκαν απο τον ήλιο και την ομορφιά του κόσμου

και συ σηκώθηκε μετά από χρόνια και έτρεξες και γέλασες 
γιατί παρθένος ήσουν στης ευτυχίας το δάκρυ

Γιατί ο πόνος και η θλίψη ήταν πατέρας και η μάνα σου
και σ αγάπησαν περισσότερο
απ όσο το κορμί σου άντεχε

και τώρα έμεινες ορφανός γιατί το φως του λυχναριού
τους έδιωξε
Μόνος πια είσαι ελεύθερος στα καταπράσινα λιβάδια 
να τρέχεις όπως εσύ επιθυμείς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου