Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

Αναρρίχηση

Στους πρόποδες του κόσμου βρέθηκα κι εγώ όταν γεννήθηκα περιμένοντας υπομονετικά την σειρά μου για να σκαρφαλώσω. Στο ενδιάμεσο παρακολούθησα την προσπάθεια άλλων ανθρώπων να σκαρφαλώσουν άλλοι με επιτυχία και άλλοι όχι. Όλοι όμως είχαν τα σημάδια από την προσπάθεια πάνω τους. Σκισμένα ρούχα και σάρκα, σπασμένα κόκαλα, πληγές που δεν προλάβαιναν να κλείσουν και άνοιγαν καινούριες και φυσικά κούραση.

Κάποιοι τα παρατούσαν. Άλλοι συνέχιζαν μέχρι να εξαντλήσουν κάθε γραμμάριο της δύναμης τους. Μέσα όμως σε όλους εμάς που περιμέναμε την σειρά μας υπήρχαν και κάποιοι που αντί να περιμένουν μαζί μας φυτρώναν από το πουθενά στις πιο προνομιούχες θέσεις. Άλλοι πάλι σαν από θαύμα βρίσκαν μονοπάτια που κάναν την αναρρίχηση τους ακόμα ευκολότερη. Όλοι αυτοί χλεύαζαν εμάς που περιμέναμε αλλά κυρίως χλεύαζαν αυτούς που αποτύγχαναν είτε λόγο εξαντλήσεως είτε λόγο παραίτησης.

Σαν ήρθε λοιπόν και η δική μου ώρα και λίγο πριν γραπωθώ από την πρώτη πέτρα που προεξείχε σκέφτηκα “Δεν πρέπει να τα παρατήσω ακόμα και αν δεν έχω άλλη δύναμη να προχωρήσω.” Έτσι λοιπόν άρχισα να πετιέμαι από βράχο σε βράχο με μεγάλη ταχύτητα στην αρχή όντας ξεκούραστος μα όσο ανέβαινα οι βράχοι που είχα για να πιαστώ λιγόστευαν και μίκραιναν. Μάλιστα έγιναν τόσο μικροί που μόνο με το ένα δάχτυλο πιανόμουν απ' αυτούς. Και παρότι η κούραση είχε αρχίσει να με καταβάλει εγώ συνέχιζα παίρνοντας δύναμη από την ίδια την κούραση. Όσο κουραζόμουν τόσο δυνάμωνα.

Αφού λοιπόν η κούραση δεν μπορούσε να με σταματήσει βάλθηκαν να το κάνουν κάποιοι από αυτούς που προηγούνταν από μένα. Κάθε φορά που πλησίαζα κάποιον αυτός με κλωτσούσε και με έσπρωχνε για να χάσω την ισορροπία μου και να πέσω. Άλλοι λίγο πιο πάνω μού πετούσαν βράχους για να με τραυματίσουν και να παραιτηθώ. Και μπορώ να πω πως θα τα κατάφερναν αν δεν μου ζητούσε βοήθεια ένας άλλος αναρριχητής που θα έπεφτε αν δεν τον σήκωνα εγώ.

Γίναμε φίλοι με αυτόν τον άγνωστο και συνεχίσαμε μαζί την αναρρίχηση. Μέχρι που κάποια στιγμή κουράστηκε ο σύντροφος μου και σταμάτησε. Από τότε βρήκα κι άλλους με τους οποίους ανεβήκαμε μαζί κάνοντας παρέα ο ένας στον άλλον. Κάποιοι τα παρατούσαν, άλλοι άλλαζαν διαδρομή και άλλοι απλά ήθελαν να μου κλέψουν προμήθειες.

Κάθε φορά που η θέληση μου ατσάλωνε κάποιο καινούριο εμπόδιο ορθωνόταν μπροστά μου με αποτέλεσμα να με κουράσει πνευματικά. Αυτή η κούραση ήταν η χειρότερη. Πολλές φορές σκέφτηκα πόσο ευκολότερο θα ήταν αν απλά άφηνα τον εαυτό μου να πέσει στο κενό από το σημείο που βρισκόμουν. Όμως δεν ήθελα να απογοητεύσω όλους αυτούς που βοήθησα και με βοήθησαν και έτσι έσφιγγα τα δόντια και προχωρούσα.

Όταν κάποια στιγμή πλησίαζα στις παρυφές του κόσμου – έτσι πίστευα τουλάχιστον – είχα αρχίσει να στεναχωριέμαι. Τόσο καιρό είχα μάθει να σκαρφαλώνω. Τώρα θα έφτανα στο τέλος και το αύριο δεν θα είχε αξία για μένα. Δεν θα είχα πια σκοπό. Όμως σαν μια υπέρτατη δύναμη να άκουσε την φωνή αφού με το που άγγιξε το χέρι μου την τελευταία πέτρα που υπήρχε εμφανίστηκε από το πουθενά πολλοί ακόμα κακοτράχαλοι γκρεμοί. Ήταν τόσοι πολλοί που το να επιλέξω κάποιον απ αυτούς μου έφερνε πονοκέφαλο. Κι όμως αυτό ήταν το καλύτερο σημείο του κόσμου. Είχα μπροστά μου όλους τους γκρεμούς και εγώ θα επέλεγα σε ποιόν θα σκαρφαλώσω. Δεν βιάστηκα να επιλέξω αλλά στάθηκα να απολαύσω το καλύτερο μέρος της μέχρι τότε διαδρομής μου και να φανταστώ τις νέες μου περιπέτειες...

Pidgin




Μπορείτε να κάνετε subscribe στο κανάλι της παρουσιάστριας για να ενημερώνεστε για όλα τα σχετικά Open Source προγράμματα.
nixiedoeslinux

Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

Σκελετός


Το σημερινό βράδυ θυμίζει κάτι από τα παλιά. Εγώ κάθομαι στην καρέκλα κοντά στον υπολογιστή μου και απέναντι μου ο γνωστός σκελετός που με είχε επισκεφθεί πολλές φορές κατά το παρελθόν σε παρόμοιες καταστάσεις. Ατάραχος και ψυχρός με ένα τσιγάρο στο χέρι και τα σκελετωμένα του πόδια σταυρωμένα περιμένει να του μιλήσω με στωική υπομονή.
"Ήρθες πάλι;" του είπα κάπως απρόθυμα.
"Πάντα εδώ είμαι. Δεν έφυγα ποτέ"
"Δεν έχω να σου πω τίποτα σήμερα" του είπα υποκρινόμενος ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Όμως αυτός με ήξερε καλά. Ήξερε ότι είχα να του πω πολλά.
Έσβησε το τσιγάρο του στο τασάκι και με τεράστια αυτοπεποιθηση μου είπε
"Σε ακούω"
"Τίποτα, πραγματικά τίποτα...Αλλά να...βλέπεις δεν έχει φύγει ποτέ απο μέσα μου. Και σήμερα την είδα ξανά."
Ο σκελετός σηκώθηκε, έβαλε ένα ποτήρι ουίσκι και μου το προσέφερε.
"Πιες ένα. Θα σου κάνει καλό"
Εγω διστακτικά στην αρχή έπιασα το ποτήρι όμως με το που έφτασε στο στόμα μου το υγρό εξαφανίστηκε. Πράγματι είχε δίκιο. Ένιωσα καλύτερα.
'Ήμουν έτοιμος να του ζητήσω άλλο ένα όταν μου είπε "Ένα μόνο αρκεί για σήμερα."
"Τι είναι αυτό που σε κάνει να την κρατάς ακόμα μέσα σου με τον ίδιο τρόπο που την κρατούσες πριν κάποια χρόνια;" με ρώτησε.
Θα ορκιζόμουν ότι πριν μου κάνει την ερώτηση ήξερα τι θα του απαντούσα όμως εκείνη την στιγμή καμία απάντηση δεν μου φαινόταν αρκετά σωστή.
Ψέλλισα ένα κοινότυπο "Δεν ξέρω" και ένιωσα το κενό της άγνοιας μου να με συνεπαίρνει.
"Εσείς οι άνθρωποι ποτέ δεν ξέρετε. Γι αυτό φωνάζεται εμάς του σκελετούς για να σας βοηθήσουμε. Όμως κι εμείς είμαστε ένα παροδικό παυσίπονο."

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

Επιθυμίες

Ξυπνάς κάθε πρωί και κοιτάς εναν καθρέφτη για να ορίσεις τον εαυτό σου ανάμεσα σε άλλους αντικατοπτρισμούς Κλείνεις λοιπόν σε αυτόν τον ορισμό όλες σου τις επιθυμίες και τα όνειρα, όλες τις ντροπιαστικές πράξεις του παρελθόντος άλλα και αυτές που ετοιμάζεσαι να κάνεις και ξεκινάς τη μέρα σου με ένα ψεύτικο χαμόγελο για να ξεγελάσεις τους άλλους αλλά κυρίως τον εαυτό σου.

Έτσι λοιπόν αγόγγυστα το βάρος των επιθυμιών σου το κουβαλάς από δω και από κει κρυμμένο σε μανδύες που ο άνθρωπος επινόησε για να ορίσει την ύπαρξή του. Όμως ποιος είσαι;

Μήπως είσαι αυτός που ζητάει τσιγάρα στο περίπτερο ή εκείνος που επιλέγει στο εστιατόριο το φαγητό του. Ξυπνάς από το λήθαργο και δεν βλέπεις κανέναν μέσα σου. Δεν υπάρχεις. Η υπόσταση σου έχει εξαφανιστεί γιατί ο καθένας βλέπει σε σένα κάτι διαφορετικό και εσύ απεγνωσμένα προσπαθείς να ορίσεις ακόμα τον εαυτό σου ανάμεσα τους.

Βγαίνεις έξω, μεθάς και ανταλλάσσεις παλιές ιστορίες από το στρατό ή παλιούς έρωτες. Όμως ποτέ δεν λες αυτό που θες να πεις αλλά λόγια που οι άλλοι θέλουν να ακούσουν.
Οι επιθυμίες σου έχουν εξαφανιστεί.

Όχι μην φοβάσαι. Δεν εξαφανίστηκαν. Υπάρχουν ακόμα. Το βάρος υπάρχει ακόμα μα σε βαραίνει περισσότερο το βράδυ που γυρνάς στο σπίτι. Χωρίς αυτές δεν θα ήξερες ποιος είσαι. Χωρίς αυτές να σκεπάζουν τα όνειρα σου δεν θα υπήρχες.

Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

Βροχή

Ήρθε σήμερα η βροχή για να θυμίσει στον ήλιο ότι δεν είναι μόνος του.
Όταν λοιπόν άρχισε να βρέχει έκλεισα όλα τα φώτα του δωματίου μου ακόμα
και εκείνα τα μικρά λαμπάκια που προδίδουν την ζωή των ηλεκτρονικών συσκευών
και ξάπλωσα στο κρεβάτι και χοροπηδούσα μέσα στο μυαλό μου πότε στο ένα και
πότε στο άλλο θέμα

Είχα καιρό να βρω χρόνο να το κάνω αυτό. Να σταματήσω να σκέφτομαι με βήματα
ορθά και να αρχίσω τα χοροπηδητά όπως έκανα παιδί. Το μυαλό μου όμως σταμάτησε
σε μία σκέψη. Σε αυτήν που σταμάτησε και πριν μερικά χρόνια. Φοβήθηκα λοιπόν
πως η κατάθλιψη θα ερχόταν ξανά αν συνέχιζα αυτή τη σκέψη και προσπάθησα να
πηδήξω σε άλλο κλαράκι...Όμως όλα τα κλαράκια από εκείνη την στιγμή και μετά
είχαν το ίδιο σχήμα, το ίδιο άρωμα και την ίδια γεύση στο στόμα μου.

Παραδόθηκα λοιπόν κι εγώ σε αυτήν την επικίνδυνη σκέψη μιας και ξέρω πως θα
με ακολουθεί για πάντα. Ομολογώ πως ξαφνιάστηκα όταν αντιλήφθηκα ότι δεν είχε
αλλάξει τίποτα...

Ναι ξέρω...από τότε το αίμα μου έχει μπολιαστεί με αρκετό αλκοόλ και διάφορα
άλλα που βοηθούν το μυαλό να ανασταίνεται όποτε το χρειάζεται όμως η "σκέψη"
ήταν ακριβώς η ίδια. Η μελωδία της βροχής με κρατούσε στη "σκέψη" και εγώ
όπως ο εθισμένος σε βλαβερές ουσίες που το ξέρει ότι του κάνουν κακό όμως
συνεχίζει να τις καταναλώνει συνέχιζα να ζω στη "σκέψη".

Ξέρω πως η "σκέψη" έχει τελειώσει όμως τι θα ήταν μια ζωή χωρίς την επικίνδυνη
μα γλυκιά "σκέψη"